Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

είμαστε η αρχή και το τέλος του κόσμου

σφίγγοντας ένα κομμάτι θάλασσα
χαζεύω τα κτίρια και σε ονειρεύομαι
κλείνω τα μάτια και σχεδόν σε αγγίζω
και είναι αυτό το σχεδόν που με κρατάει ξάγρυπνη τα βράδια

και σκέφτομαι μέρες βροχερές
εγώ και εσύ κάτω απ' ένα κίτρινο σεντόνι
- ή μπλε ή πράσινο, τι σημασία έχει ; -
και χαράζω στον τοίχο κάθε πιθανό δρόμο
που ακολουθεί η φωνή σου για να φτάσει στο αφτί μου

και ζωγραφίζω εμένα και εσένα
να πατάμε στη Γη
και η Γη είναι τόσο μικρή
πιο μεγάλη από 'μας όμως
και μοιάζει αστείο
που ό,τι αγγίζω παίρνει τη μορφή σου

το μυστικό μας

στις σελίδες των βιβλίων σου
έχω κρύψει μπλε λουλούδια
μη με λησμονεί , θυμάσαι ; 

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

μισώ τις μέρες μακριά σου

μα όταν είμαστε μαζί
ό,τι καιρό και αν κάνει
φοράμε καλοκαιρινά
επειδή όταν είμαστε μαζί
ό,τι καιρό και αν κάνει
η ψυχή μου είναι ζεστή
γιατί είμαι σπίτι
η καρδιά μου είναι ήρεμη
επειδή ακούει τη δική σου
τα βλέφαρά μου κλείνουν
και αποκοιμιέμαι σαν παιδί

και όταν είμαστε μακριά
κλείνω τα μάτια και σε ονειρεύομαι
απλώνω τα χέρια και αγγίζω τα μαλλιά σου
ξαπλώνω στο πάτωμα
ακουμπώ το κεφάλι μου στο στήθος σου
βάζεις το χέρι σου στο πρόσωπό μου
και γελώ

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Όμως το τι θα σκέφτεσαι γνωρίζω

δειλά αγγίζω τα μαλλιά σου
δειλά .
τα χέρια μου βάφονται εκείνο το χρώμα
- αφήνω σημειώματα στον εαυτό μου μα όλο τα χάνω
να θυμάμαι πρέπει να μη σε αγγίζω πια -
ξεθωριάζει μες το χρόνο η μορφή σου

αλλά καμιά φορά έρχεσαι μοναχός σου
έτσι χωρίς να σε ζητήσω
γ'αυτό πάντα σε περιμένω
φοράω το κίτρινο φόρεμα και χαζεύω απ' το τζάμι τη βροχή
- η βροχή είναι σημάδι ότι θα 'ρθεις -
μαζεύω πίσω τα μαλλιά μου
γιατί μια μέρα είπες πως έδειχνα όμορφη έτσι

συνήθως είναι νύχτα εδώ
τα κύματα σκάνε στο παράθυρο του σπιτιού
καμιά φορά βλέπω και εκείνον μέσα στη τρικυμία
παράξενο δεν είναι ;
να στάζουν τα μάτια σου οινόπνευμα

τι κάναμε σε εμάς ; τι κάναμε στα παιδιά ;
τα όνειρα εκείνα πνίξαμε ένα ξημέρωμα
- και κανένα ξημέρωμα δεν ήρθε από τότε -
τα χέρια αυτά τα βάψαμε με αίμα
τα χέρια αυτά εδώ που μονάχα ξέραν να αγαπούν

και ο ήλιος έκανε τα μάτια σου να λάμπουν τόσο πολύ
που ένιωθες θα εκραγούν
και ξαφνικά γέμιζε ο ουρανός με χρώματα που δεν αναγνωρίζαμε
και κανείς άλλος δεν έχει φανταστεί

δεν ήθελα να φύγω μα ήταν αργά
ήξερα πως αν έμενα θα έφευγες πρώτος
δεν άντεχα τη σκέψη πως θα με αφήσεις