Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

η νύχτα μετά

και ήταν τόσο πυκνή η σιωπή εκείνη τη νύχτα
που κινδύνεψα πολλές φορές να πνιγώ
σαν έκανα να ανασάνω

και το σκοτάδι είχε καλύψει τον ουρανό
το φεγγάρι είχε χαθεί
τα αστέρια είχαν ξεθωριάσει
τα φώτα της πόλης ήταν σβηστά

εγώ να ψάχνω το χέρι σου ανάμεσα στους νεκρούς
μοναχά το κρύο ανασάνω
και καρδιά μόνο η δική μου πια χτυπά

και αν δεν πέθαναν τι ;
είναι νεκροί αφού σκοτώσαν την αγάπη

Δε θα γεράσουμε μαζί

ανοίγω τα μάτια κάτω από το νερό και βλέπω τη μορφή σου
και πια δεν είσαι παρά μια ανάμνηση
του πιο παράξενου ονείρου
- στη στέγη του σπιτιού βλέπαμε τ αστέρια -

και τώρα πια παραδέχομαι ότι δημιουργός των πάντων είμαι εγώ
ότι σε έπλασα όπως κάθε τι
από τον ήλιο και τον ουρανό
μέχρι τα νύχια των ποδιών σου
- σε ένα δωμάτιο σε κρατούσα για μέρες κλειδωμένη -

αναπνέεις επειδή σου επιτρέπω
υπάρχεις επειδή εγώ σε φαντάστηκα
- μόνο εμένα να αντικρίζεις -

και πριν φύγεις άκου το παράπονο του δημιουργού σου
πριν φύγεις γύρε και δωσ' μου ένα φιλί
άσε με να σε αγγίξω
γυμνό το σώμα μου πάνω στο δικό σου
- κάθε ανάσα σου να αναπνεύσω -

και όταν αποκοιμηθείς
με το μαξιλάρι θα σε πιέζω σταθερά
μέχρι πια ανάσα να μην παίρνεις
και το τέλος θα είναι αυτό
- σε σκοτώνω και γεννιέμαι ξανά -